ἄλθεξις


ἄλθεξις
ἄλθεξις, Heilung

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • άλθεξις — ἄλθεξις ( εως), η (Α) θεραπεία, γιατριά. [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. τού μέλλ. (ἀλθέξ ομαι) τού ρήμ. ἀλθαίνω] …   Dictionary of Greek

  • ἄλθεξις — healing fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλθέξει — ἄλθεξις healing fem nom/voc/acc dual (attic epic) ἀλθέξεϊ , ἄλθεξις healing fem dat sg (epic) ἄλθεξις healing fem dat sg (attic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀλθέξεσι — ἄλθεξις healing fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.